Εισαγωγικό σημείωμα #1

Éric Zuliani - 26 Μάϊου 2022

Πρόσφατα, ένα άτομο που μόλις είχε ξεκινήσει τη φυλομετάβαση κατέθετε στα κοινωνικά δίκτυα: «Με μεταχειρίστηκαν σαν να ήμουν τρελός, σαν να μην ήξερα τι έλεγα. Το δικαίωμά μου στον αυτοκαθορισμό πολύ γρήγορα καταπατήθηκε.» Οι φράσεις αυτές είναι παραδειγματικές. Με τη διατύπωσή τους δένονται μαζί ταυτόχρονα το ζήτημα της τρέλας και η άρνησή της, η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που ακούγεται, όπως και μια ισχυρή αναφορά στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού.

Είναι και λέγειν

Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ, διερευνώντας πριν από λίγο καιρό αυτό που ο Λακάν αποκαλεί «“δημοκρατική” αναρχία των παθών»,[1] που σήμερα αφορά ειδικά τη φυλή και το φύλο, ανέδειξε ένα ισοδύναμο του cogito στο επίπεδο του λέγειν: «Είμαι αυτό που λέω».[2] Υπό την έμφαση μιας βούλησης για απόκτηση ταυτότητας, ο λεγόμενος woke λόγος παράγει τις νέες κύριες λέξεις και μια νέα ηθική. Επίσης, αυτό το εκφερόμενο γίνεται ένα πολύτιμο όχημα για να αναρωτηθεί κανείς σχετικά με πολλά άλλα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πώς το υποκείμενο, που είναι έμβιο και ομιλούν, πιασμένο σε κοινωνικές σχέσεις και αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα του πολιτισμού, δέχεται αυτό το νέο cogito; Διαμέσου ποιων οδών έρχεται να συναντήσει έναν αναλυτή, και πώς γίνεται, τότε, η σύνδεση με το ασυνείδητο;

Αυτοκαθορισμός

Χρειάζεται πράγματι να εγκύψει κανείς σε αυτές τις νέες μορφές του αυτόνομου εγώ που φέρουν το όνομα του αυτοκαθορισμού και οι οποίες εγγράφονται μέσα σε αυτή την τρέλα που είναι η πίστη στο εγώ. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, ο Λακάν αντιπαραθέτει το «είμαι εγώ» [c’est moi] του σύγχρονου ανθρώπου στο «ὅπερ εἰμί» [ce suis-je] του Φρανσουά Βιγιόν.[3] Εντούτοις, αυτό το είμαι εγώακούγεται ως μια πιθανή απάντηση στο ερώτημα που τίθεται στο υποκείμενο σχετικά με την ταυτότητά του. Το Είμαι αυτό που λέω του σήμερα πηγαίνει πιο μακριά, στο μέτρο που είναι ένας ισχυρισμός με προστακτική χροιά που απαλείφει κάθε συνομιλία. Συρρικνώνει το είναι στο εκφερόμενο, συγχέοντας το ένα με το άλλο και εξαλείφοντας την εκφορά: το υποκείμενο, λοιπόν, μιλιέται περισσότερο από ό,τι μιλάει. Από την πλευρά του Άλλου, αυτές οι επιπτώσεις της γνώσης, της επιθυμίας, ακόμη και της απόλαυσης, απορρίπτονται: ο αυτοκαθορισμός υποκαθιστά τη συνομιλία, από όπου ολοένα και περισσότερο απουσιάζουν οι θεμελιώδεις αρετές της ομιλίας, όπως το δείχνουν οι χρήσεις της στα κοινωνικά δίκτυα. Ο Άλλος υποβαθμίζεται στην ακρόαση και ανάγεται στον όμοιο, εξού και οι σχεσιακές επιλογές με βάση το κριτήριο του ιδίου. Χωρίς αυτό τον Άλλο, συνοψίζουμε εύκολα το υποκείμενο στις συμπεριφορές του, στη γνωσιακή του λειτουργία, ακόμη και στους νευρώνες του, μα πάνω από όλα στο σώμα του.

Δικαίωμα του υποκειμένου και ελευθερία του Άλλου

Το Είμαι αυτό που λέω μαρτυρά μια ώθηση-προς-τον-Ένα, προς την ταυτότητα που κερδοσκοπεί πάνω στο γεγονός ότι η ανθρώπινη κατάσταση χαρακτηρίζεται ακριβώς από ένα δομικό έλλειμμα ταυτότητας. Αυτή η κίνηση συνοδεύεται από μια άρνηση, ακόμη και μια απόρριψη των προσδιορισμών που προέρχονται από τον Άλλο, οι οποίοι είναι υπερβολικά καθολικοί και καταπνίγουν την ενικότητα του κάθε Ενός. Υποδεικνύει, με αυτή την κίνηση, τις σύγχρονες μορφές της άρνησης του ασυνειδήτου, άρνησης του Άλλου που διατυπώνεται στο όνομα του δικαιώματος. Αλλά δικαιώματος σε τι; Δικαιώματος στην απόλαυση, απαντά ο Λακάν, που αποκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα: πίσω από την άρνηση του Άλλου αναδεικνύεται πράγματι ότι «είναι η ελευθερία του Άλλου που ο λόγος σχετικά με το δικαίωμα στην απόλαυση θέτει ως υποκείμενο της εκφοράς του, και όχι με τρόπο που να διαφοροποιείται από το Εσύ είσαι [Tu es][4]–που απηχεί ο φονικός πυρήνας κάθε προστακτικής επιταγής».[5] Η φαινομενική ελευθερία του υποκειμένου έχει λοιπόν την αντίθετη όψη της: έναν Άλλο που παίρνει τα χαρακτηριστικά ενός άγριου υπερεγώ.

Ακρόαση και ερμηνεία

Όμως, όπως το δείχνει η διάκριση που κάνει ο Λακάν από την αρχή της διδασκαλίας του μεταξύ του εγώ και του υποκειμένου, «δεν έχει σημασία να ξέρω εάν μιλάω για μένα κατά τρόπον που συνάδει με αυτό που είμαι, αλλά εάν, όταν μιλάω για μένα, είμαι ο ίδιος με αυτόν για τον οποίο μιλάω».[6] Εισάγοντας τη λειτουργία της ομιλίας, δείχνει ότι αυτή παράγει έναν διχασμό, και κατά συνέπεια ένα φαινόμενο που συνίσταται στο να μην ξέρει κανείς αυτό που λέει, όπως το μαρτυρά κάθε υποκείμενο που μιλάει. Κατά κάποιον τρόπο, το Είμαι αυτό που λέω δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από μια περιφρόνηση για τη γλώσσα, τη δύναμή της, την ερμηνευτική της αξία και τις συνέπειές της. Το ασυνείδητο, για το οποίο δεν θέλει κανείς να ακούει να μιλούν, γίνεται ακόμα πιο παρόν: οι τρόποι της άρνησής του είναι εξίσου και τρόποι της επιστροφής του στο υποκείμενο. Αλλά για να μπορέσει αυτή η ομιλία να λειτουργήσει, στην ακρόαση θα πρέπει να προστεθεί η ερμηνεία.

Πρέπει, λοιπόν, να ασχοληθεί κανείς εκ νέου με τη λειτουργία της ομιλίας στο πλαίσιο της αναλυτικής εμπειρίας και με ό,τι αυτή διανέμει με όρους επιθυμίας, αιτήματος και απόλαυσης σε σχέση με αυτό το νέο cogito· να ξεκαθαρίσει κλινικά τη διάκριση μεταξύ του εγώ και του υποκειμένου, αλλά επίσης να εξερευνήσει τις σύγχρονες αρνήσεις του ασυνειδήτου μέσα στο πραγματικό που αυτό ενέχει. Στο πλαίσιο της αναλυτικής εμπειρίας, πώς εκδηλώνονται αυτές οι αρνήσεις και ποιες είναι οι επιπτώσεις τους στην κατεύθυνση της θεραπείας;

Μετάφραση: Άννα Πίγκου

Επιμέλεια: Ελένη Κουκούλη, Ελένη Τέντσου, Réginald Blanchet

[1] Lacan J., «L’agressivité en psychanalyse», Écrits, Παρίσι, Seuil, 1966, σ. 122.

[2] Miller J.-A., Παρέμβασηκατάτηδιάρκειατου «Question d’École», École de la Cause freudienne, Παρίσι, 22 Ιανουαρίου 2022, ανέκδοτο.

[3] Lacan J., «Fonction et champ de la parole et du langage en psychanalyse», Écrits, ό.π., σ. 281 καιστοΛακάνΖ., Λειτουργίακαιπεδίοτηςομιλίαςκαιτηςγλώσσαςστηνψυχανάλυση, μτφρ. Ν. Λινάρδου-Μπλανσέ, Ρ. Μπλανσέ, Αθήνα, Εκκρεμές, 2005, σ. 133.

[4] Αναφορά στο ρήμα tuer, που στα γαλλικά σημαίνει σκοτώνω. (Σ.τ.Μ.)

[5] Lacan J., «Kant avec Sade», Écrits, ό.π., σ. 771.

[6] Lacan J., «L’instance de la lettre dans l’inconscient ou la raison depuis Freud», Écrits, ό.π., σ. 517.

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα #2

Anaëlle Lebovits-Quenehen - 25 Μαΐου 2022

Θύματα φυλετικοποίησης, λευκοί, ετεροφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλοι, σισ-τζέντερ, τρανς κλπ., είναι η εποχή της ταυτότητας η οποία δηλώνεται, διεκδικείται, και ενίοτε μάλιστα διακηρύσσεται σαν η ζωή η ίδια να εξαρτιόταν από αυτήν. Με αυτή την έννοια, ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ επισήμανε ότι το καρτεσιανό cogito «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» υποκαθίσταται σήμερα από ένα dico: «Λέω, άρα είμαι».[1] Σύμφωνα με αυτό το dico, θα ήταν αρκετό να πει κανείς τι είναι για να είναι αυτό που λέει.

Δεν υπάρχει, σημειωτέων, στο πλαίσιο αυτού του dico, καμία απόσταση μεταξύ εκείνου που λέγεται και του υποτιθέμενου είναι που συνάγεται από αυτό, καμία θέση για τον υποκειμενικό διχασμό που το ασυνείδητο κάνει να αναδυθεί. Όλα συμβαίνουν ως εάν, από τη στιγμή που ένα υποκείμενο θα ανακοίνωνε την ταυτότητά του, το χάσμα που βρίσκεται στην καρδιά του ομιλούντος όντος εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος ότι η γλώσσα το πλήττει να γινόταν να απορροφηθεί εντελώς.

Χωρίς αιδώ

Έτσι παρουσιάζονται υποκείμενα, αποτελέσματα του δικού τους dico, τόσο ταυτισμένα με τον εαυτό τους, τόσο ικανοποιημένα με τον εαυτό τους, που επιδεικνύουν τον εαυτό τους χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή. Οι συμμετέχοντες στα τηλεοπτικά ριάλιτι και οι ατέρμονες μαρτυρίες τους, που υποτίθεται ότι πιστοποιούν πως εκείνοι είναι αυτό που λένε ότι είναι, είναι υποδειγματικά παραδείγματα μιας τέτοιας τάσης προς την επίδειξη, η οποία, σε αντάλλαγμα, κάνει επίκληση στην ηδονοβλεψία. Στην πραγματικότητα, η αιδώς πιστοποιεί ότι η απόσταση που ανοίγεται ανάμεσα σε ένα υποκείμενο και αυτό με το οποίο ταυτίζεται, ανάμεσα σε ένα υποκείμενο και το πραγματικό της απόλαυσης με το οποίο αυτό βρίσκεται αντιμέτωπο, υπαγορεύει μια σχετική συγκράτηση, και την επιβολή ενός πέπλου. Μόνο ένα ον που συμπίπτει τέλεια με τον ίδιο του τον εαυτό τολμά να πει, όπως το δηλώνει ο Γιαχβέ: «Είμαι αυτό που είμαι».[2]

Εάν όμως το υποκείμενο του dico είναι εντελώς ο εαυτός του σε ένα ορισμένο επίπεδο –σε σημείο που να επιδεικνύεται έτσι χωρίς συγκράτηση–, σε ένα άλλο επίπεδο (που συνάδει ιδιαίτερα με τη woke ιδεολογία), είναι εντελώς απόν από τον ίδιο του τον εαυτό, αντίθετα από τον Γιαχβέ. Είναι λοιπόν τόσο περισσότερο αυτό που είναι όσο λιγότερο φέρει την ευθύνη για αυτό που είναι. Μακράν του να θεωρείται ότι εμπλέκεται στον τρόπο απόλαυσής του, η ταυτότητα που δηλώνεται από το dico διακηρύσσεται ως ο καρπός καθαρά εξωτερικών αποφάσεων. Η υποκειμενική ευθύνη δεν έχει εδώ καμία θέση, κάτι που επιβεβαιώνει επιπλέον την ώθηση-προς-την-επίδειξη που μαρτυρά το υποκείμενο. Πράγματι, από τη στιγμή που δεν εμπλέκεται στο είναι του, για ποιο πράγμα θα μπορούσε να ντρέπεται το υποκείμενο του dico; Πάνω σε τι θα μπορούσε να ρίξει το πέπλο της αιδούς, αφού δεν εκθέτει αυτό το ίδιο την ώρα που επιδεικνύει τον εαυτό του;

Στο πεδίο του Άλλου

Αυτό το Εγώ είμαιδηλώνεται συχνά τόσο πιο σθεναρά όσο περισσότερο είναι σε αντίθεση με το προφανές –όπως παραδείγματος χάρη όταν ένα υποκείμενο ισχυρίζεται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που εκ πρώτης όψεως γίνεται αντιληπτό. Αυτή η ταυτότητα που δηλώνει, και μέσα στην οποία αναγνωρίζει τον εαυτό του, αρχικά επιβάλλεται, βέβαια, στο ίδιο το υποκείμενο του dico, αλλά χρειάζεται στη συνέχεια να την επιβάλει στον Άλλο, τον οποίο εγκαθιδρύει ως μάρτυρα αυτού που είναι. Η δική του βεβαιότητα πρέπει να γίνει βεβαιότητα του Άλλου, και αυτό μέχρι του σημείου να τον αποθαρρύνει, αυτόν τον Άλλο, να τον ελέγξει: Από τη στιγμή που το είπα, εσύ δεν έχεις τίποτα να πεις.

Γιατί μια τέτοια εντολή σιωπής; Γιατί η διακήρυξη της ταυτότητας να πρέπει να είναι η τελευταία λέξη, αν όχι επειδή η ταυτότητα που δηλώνεται γίνεται αισθητή σαν μια πληγωμένη ταυτότητα (από τον ρατσισμό, τον σεξισμό, τον μισογυνισμό, την ομοφοβία, την τρανσφοβία, τη χοντροφοβία κλπ.); Στην πραγματικότητα, το είναι που αναδύεται από το dico γίνεται οικειοθελώς ζευγάρι με τον πιθανό θύτη της προσβολής του. Για αυτό, το dico στοχεύει εν πρώτοις στην εξουδετέρωση κάθε λόγου που θα μπορούσε, ασφαλώς, να αρνηθεί την ταυτότητά του, αλλά ακόμη και απλώς να την αμφισβητήσει, ή να ερμηνεύσει τα λόγια από τα οποία αυτή προκύπτει. Επισημαίνει, έτσι, τις συνέπειες της ομιλίας που θα μπορούσαν να σημαδέψουν, ή ακόμη και να πληγώσουν, αλλά την επεκτείνει επίσης σε κάθε λόγο που δεν θα περιοριζόταν στο να επιβεβαιώσει το εκφερόμενο από το οποίο η δήλωση της ταυτότητας προκύπτει.

Η ÈveMiller-Rose σημείωνε τελευταία ότι «το να θεωρεί κανείς πληγή, προσβολή κάθε διατύπωση που δεν συνάδει με αυτούς τους περί ταυτότητας λόγους είναι σαν να κηρύσσει ότι οι λέξεις είναι βλάσφημες».[3] Στο πλαίσιο αυτό είναι που οι υποστηρικτές του dico φυλάγονται από τέτοια σχόλια «που πληγώνουν». Γιατί αυτή η πληγή μάλλον τους θυμίζει μια άλλη. Όπως ο Λακάν όντως μας το δείχνει, η γλαγλώσσα σημαδεύει εξαρχής το σώμα με το αποτύπωμά της, και οι συνέπειές της λίγο ως πολύ πληγώνουν, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε ειδικά στο κάθε υποκείμενο. Και για αυτούς τους υποστηρικτές του dico, τους τόσο πρόθυμους να δουν τη βλασφημία εκεί όπου ένας λόγος τυχόν αναδύεται, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γλαγλώσσα τούς είχε ιδιαίτερα πλήξει και πληγώσει. Κάθε λόγος που έρχεται φέρει, συνεπώς, το (πάντα έτοιμο να αναζωπυρωθεί) καυτό ίχνος αυτής της σύγκρουσης από την οποία πρέπει να προφυλαχτούν.

Όμως, το να υποχρεώνει κανείς τον Άλλο στη σιωπή είναι βέβαια ένας τρόπος να εξουδετερώσει τις συνέπειες της ομιλίας του, και μάλιστα ο πιο ριζικός. Ένας άλλος τρόπος είναι το να ισχυρίζεται κανείς ότι μπορεί να αναμορφώσει τη γλώσσα όπως το βλέπουμε να γίνεται σήμερα με την εισαγωγή, μεταξύ άλλων, νέων όρων και ενός νέου τρόπου να αναφέρεται κανείς στο γραμματικό γένος. Όμως από μια τέτοια σκοπιά, το να αναμορφώνει κανείς τη γλώσσα μοιάζει να είναι μια αναζήτηση χωρίς τέλος, εφόσον η αλήθεια είναι πως καμία νεογλώσσα δεν θα είναι ποτέ αρκετά νεο- ώστε να επιτύχει την εξουδετέρωση των πιθανών συνεπειών της.

Η άρνηση του ασυνειδήτου και η επιστροφή του

Δεδομένου ότι το ασυνείδητο δεν είναι μια ουσία, δεν εντοπίζεται μέσα στο σώμα ούτε αποτελεί ένα μέρος της ψυχής ή του πνεύματος, αλλά το συλλαμβάνουμε από τις αναδύσεις του μέσα στην ίδια τη γλώσσα, και τότε μόνο εφόσον κάποιος ερμηνεύει αυτό το ασυνείδητο, η προσταγή του dico που επιτάσσει τη σιωπή συγκροτεί σαφώς μια άρνηση. Ωστόσο, η ψυχανάλυση, που βασίζεται στο ασυνείδητο, είναι αυτός ο τόπος –και ο μόνος– όπου υπάρχει πιθανότητα να συνδιαλλαγεί κανείς με τη γλαγλώσσα και τις υποκειμενικές της συνέπειες στο παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον.

Μπορεί λοιπόν κανείς να αρνείται το ασυνείδητο, οι συνέπειές του όμως γίνονται αισθητές –και αυτό ίσως ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που το αρνείται. Είναι ιδιαίτερα αισθητό στο επίπεδο της απόλαυσης, η οποία δεν είναι ποτέ αυτή που θα έπρεπε.[4] Εξόριστο από μια αρμονική σχέση με τον κόσμο, τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό, το ομιλούν σώμα, είτε στηρίζεται στο ασυνείδητο είτε το αρνείται, υφίσταται πάντως αυτήν την εξορία. Όμως η άρνηση του ασυνειδήτου καταδικάζει ένα υποκείμενο να ριψοκινδυνεύει στη ζήση του, φορτωμένο με αυτό «το αγκάθι στη σάρκα»,[5]του οποίου τον εξαίσιο πόνο ενίοτε θυμάται και το οποίο κανένα dico, όσο κατηγορηματικό και αν είναι, δεν θα καταφέρει ποτέ να το αφαιρέσει παρά μόνο απατηλά, και μόνο όσο ανθίζουν τα ρόδα.

Έτσι, το πραγματικό ασυνείδητο επιμένει να αναγνωρίζεται και εκείνο ως υπαρκτό.

Μετάφραση: Άννα Πίγκου

Επιμέλεια: Ελένη Κουκούλη, Ελένη Τέντσου, RéginaldBlanchet

[1] MillerJ.-A., παρέμβαση κατά τη διάρκεια της ημερίδας «Questiond’École», ÉcoledelaCausefreudienne, Παρίσι, 22 Ιανουαρίου 2022, ανέκδοτο.

[2] Έξοδος, κεφάλαιο 3, Αναφορά του Ζακ Λακάν στο Σεμινάριο δέκατο έβδομο, Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, μτφρ. Ν. Περτέση, Ν. Κατσογιάννη, Φ. Σιατίτσας, Αθήνα, Ψυχογιός, 2014, σ. 81.

[3] Miller-Rose È., Παρέμβαση κατά τη διάρκεια της «GrandeConversationdel’ÉcoleUne», Associationmondialedepsychanalyse, Παρίσι, 20 Απριλίου 2022, ανέκδοτο.

[4] Βλ. LacanJ., LeSéminaire, livreXX, Encore, Παρίσι, Seuil, 1975, σ. 55 και στο Λακάν Ζ., Σεμινάριο εικοστό, Ακόμη, μτφρ. Βλ. Σκολίδης, Αθήνα, Ψυχογιός, 2013, σ. 145.

[5] Lacan J., «Jeunesse de Gide ou la lettre et le désir», Écrits, Παρίσι, Seuil, 1966, σ. 75. Παρατέθηκε από τον MillerJ.-A. κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Ornicar ?LacanRedivivus στο βιβλιοπωλείο Mollat, ACFenAquitaine, 5 Φεβρουαρίου 2022, ανέκδοτο.

 

Εισαγωγικό σημείωμα #3

Alice Delarue - 24 Μαΐου 2022

Το cogito και το ασυνείδητο

«Είμαι αυτό που λέω».[1] Με αυτήν τη διατύπωση, που δίνει τον τίτλο της 52ης Διημερίδας της Σχολής του Φροϋδικού Αιτίου, ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ μας διαφωτίζει σχετικά με μια σύγχρονη παραλλαγή του καρτεσιανού «Σκέφτομαι άρα υπάρχω». Αυτό το νέο δεδομένο αναδεικνύει ένα χαρακτηριστικό της υποκειμενικότητας της εποχής μας, χαρακτηριστικό που αφορά άμεσα τη σχέση με την ομιλία και το ασυνείδητο, και άρα την ψυχαναλυτική πράξη. Ο Λακάν πράγματι έδειξε ότι η στιγμή της ανάδειξης του cogito αντιστοιχούσε σε μια καίρια μετάλλαξη της επιστήμης και σηματοδοτούσε την εμφάνιση ενός νέου υποκειμένου, που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι προηγουμένως απαλλαγμένο από κάθε υποκειμενική γνώση, ώστε να μπορέσει να παραγάγει τη σίγουρη γνώση της επιστήμης. Παρότι εδώ πρόκειται για «μια ιδεολογία της κατάργησης του υποκειμένου»,[2]το υποκείμενο της επιστήμης είναι παραδόξως εκείνο πάνω στο οποίο μπορεί να δράσει η ψυχανάλυση, στον βαθμό που του είναι δυνατόν να αφεθεί να διχασθεί και να συγκατατεθεί να διαχωριστεί από τις διαισθήσεις του, τις πίστεις του, τα συναισθήματά του, τις ταυτίσεις του. Η καρτεσιανή συγκυρία είναι εκείνη που άνοιξε τον δρόμο για την επινόηση της ψυχανάλυσης και το αντικείμενό της, την ασυνείδητη γνώση – με την οποία δεν ασχολείται καθόλου ο επιστημονικός λόγος.

Μια σπαστική γνώση

Το προφροϋδικό υποκείμενο διατηρούσε μια σχέση αγάπης με το ασυνείδητο, υπό τη μορφή της αναζήτησης της γνώσης. Από την εποχή της επινόησης της ψυχανάλυσης, υπήρχαν πάντα εκείνοι που προσανατολίζονταν με βάση τους καθιερωμένους λόγους, που αδιαφορούσαν εντελώς για την ασυνείδητη γνώση, και αυτοί για τους οποίους κάτι δεν πάει καλά σε σημείο που τους είναι αναγκαίο να περάσουν από την εμπειρία της θεραπείας. Εντούτοις, υποδεικνύει ο Λακάν, εξαιτίας της επιτυχίας της ψυχανάλυσης, για «πρώτη φορά στην ιστορία, σας είναι δυνατόν […] να αρνηθείτε να αγαπήσετε το ασυνείδητό σας, γιατί εν τέλει ξέρετε περί τίνος πρόκειται: για μια γνώση, μια σπαστική γνώση».[3] Αυτή η γνώση είναι μπελάς για το υποκείμενο, γιατί συνεπάγεται «το χωρίς συγχώρεση, και μάλιστα χωρίς ελαφρυντικά»[4] αναφορικά με την ευθύνη του ενώπιον της αλήθειας, από τη στιγμή που θα την αντιληφθεί μέσα στη φρικιαστική της διάσταση. Εάν ο αναλυτικός λόγος παραμένει σκανδαλώδης, είναι γιατί βαίνει αντίθετα με την κοινή τάση, που συνίσταται στην άρνηση ή τη σύνθλιψη αυτού του πραγματικού.

Νέες αρνήσεις του ασυνειδήτου

Ο Φρόυντ και ο Λακάν μας έχουν διδάξει σχετικά με τους διάφορους τρόπους με τους οποίους ένα ομιλ-όν μπορεί να αμυνθεί ενάντια στην ασυνείδητη γνώση: απώθηση, διάκλειση, άρνηση, αλλά επίσης παραγνώριση, αντίσταση, λήθη, μακάρια αδιαφορία… Ο υπότιτλος αυτής της Διημερίδας δίνει έμφαση στις νέες μορφές άρνησης, μεταξύ των οποίων θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε την απάρνηση, το μίσος, την πίκρα για το ασυνείδητο, όπως επίσης και τον αυτοκαθορισμό, στον βαθμό που φράζει τη θέση αυτής της γνώσης στα μεσοδιαστήματα της ομιλίας.

Μεταξύ αυτών που νομίζουν ότι μπορούν να είναι αυτό που λένε, υπάρχουν κάποιοι που ουσιαστικά αρνούνται να παραμυθιαστούν από τον Πατέρα, από αυτήν τη μορφή του Άλλου που μπορεί να προσανατολίσει το πεπρωμένο του υποκειμένου λέγοντας όχι στην απόλαυσή του, ενώ την ίδια στιγμή υποστηρίζει αυτό τον περιορισμό της αγάπης. Έτσι, όπως το υπέδειξε ο Λακάν, οι μη παραμυθιαζόμενοι περιπλανώνται, με την έννοια ότι η άρνησή τους τους καθιστά ακόμη περισσότερο παραμυθιαζόμενους από τον τόπο του Άλλου που συγκροτούν εκ νέου εντός του φαντασιακού. Το σφάλμα τους, που δεν είναι λοιπόν «το κοινό λάθος»,[5] είναι ότι φαντασιώνονται πως η ζωή τους δεν είναι παρά ένα ταξίδι και πως μπορούν να περιφέρονται όπως τους κάνει κέφι μέσα στον κόσμο –αρκεί να παραμένουν εκτός της μεγάλης κεντρικής οδού.

Είναι φανερό ότι, στο πεδίο της εμφυλοποίησης, όλο και περισσότερα υποκείμενα αρνούνται «να σημαίνονται ως φαλλός από τον σεξουαλικό λόγο, που […] είναι αδύνατος»[6] και νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι να αυτοκαθορίζονται. Εάν ο Λακάν μπόρεσε να πει ότι «το έμφυλο ον δεν εξουσιοδοτείται παρά μόνο από τον εαυτό του […] και από κάποιους άλλους»,[7] αντιτείνει στους μη-παραμυθιαζόμενους ότι «Αυτό που κάνετε, […] ξέρει αυτό που είστε».[8] Ο λόγος μπορεί να διατρανώνεται ξεκάθαρα, η ομιλία να ξεδιπλώνεται συνεχώς, ένα πραγματικό όμως με το οποίο το ομιλ-όν βρίσκεται αντιμέτωπο επιμένει και μπορεί να διαβαστεί στις πράξεις του, στις σχέσεις του με τους άλλους και σε αυτό που κάνει με το σώμα του.

Η συνάντηση με την επιθυμία του Άλλου γίνεται πάντοτε υπό τη σκέπη της παρεξήγησης. Σημαδεύει το σώμα του υποκειμένου και το στριμώχνει σε έναν κόμβο που δεν του δίνει καμιά ουσία, καμιά ταυτότητα. Αλλά καθορίζει έναν τρόπο απόλαυσης και δημιουργεί μια δυσαρμονική γνώση εκεί όπου υπάρχει μια τρύπα. Ο μη-παραμυθιαζόμενος είναι αυτός που δεν συγκατατίθεται στην παρεξήγηση στον βαθμό που είναι «η μορφή καθαυτή της ανάληψης της ασυνείδητης γνώσης».[9] Η ψυχανάλυση στοιχηματίζει ότι αν το ομιλ-όν έχει το κουράγιο να αφεθεί να ερμηνευτεί από αυτήν τη γνώση που είναι ένα έλκος, εάν συγκατατεθεί να παραμυθιαστεί από αυτήν, να την αγαπήσει, τότε αυτή μπορεί να του προσφέρει την τύχη να περιπλανάται λιγότερο.

Μετάφραση: Άννα Πίγκου

Επιμέλεια: Ελένη Κουκούλη, Ελένη Τέντσου, RéginaldBlanchet

[1] MillerJ.-A., Παρέμβαση κατά τη διάρκεια του «Questiond’École», ÉcoledelaCausefreudienne, Παρίσι, 22 Ιανουαρίου 2022, ανέκδοτο.

[2] Lacan J., «Radiophonie», Autres écrits, Παρίσι, Seuil, 2001, σ. 437.

[3] Lacan J., Le Séminaire, livre ΧΧΙ, «Les non-dupes errent», μάθημα της 11ης Ιουνίου 1974, ανέκδοτο.

[4] Στο ίδιο, μάθημα της 11ης Δεκεμβρίου 1973.

[5] Lacan J., Le Séminaire, livre ΧΙΧ, …ou pire, texte établi par J.-A. Miller, Παρίσι, Seuil, 2011, σ. 17.

[6] Στο ίδιο.

[7] Lacan J., Le Séminaire, livre ΧΧΙ, «Les non-dupes errent», μάθημα της 9ης Απριλίου 1974, ανέκδοτο.

[8] Στο ίδιο, μάθημα της 11ης Δεκεμβρίου 1973.

[9] Miller J.-A., «Commentaire du “ Séminaire inexistant”», Quarto, 87, Ιούνιος 2006, σ. 14.

 

 

Links

Grafosfera
Lacan TV
Radio Lacan
Lacan Quotidien
 

H Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης και οι Σχολές